ἑκατονταετηρίδα

ἑκατονταετηρίς
period of
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκατονταετηρίδα — η 1. περίοδος εκατό ετών, αιώνας. 2. η εκατοστή επέτειος από τη συμπλήρωση αξιόλογου γεγονότος και οι γιορτές που τελούνται σ αυτή: Γιορτάστηκε η εκατονταετηρίδα του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έκθεση — Γενικός όρος, με τον οποίο στον τομέα της παραγωγής (υλικής, τεχνολογικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής), του εμπορίου και της προπαγάνδας (ακόμα και με την πιο ευρεία έννοιά της) υποδηλώνεται η συγκέντρωση σε καθορισμένο τόπο και χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • εκατονταετία — η (AM ἑκατονταετία) περίοδος εκατό χρόνων, εκατονταετηρίδα …   Dictionary of Greek

  • εκατονταετηρικός — ή, ό και εκατονταετήριος, α, ο αυτός που αναφέρεται στην εκατονταετηρίδα («εκατονταετηρικός ύμνος») …   Dictionary of Greek

  • εκατόχρονος — η, ο 1. ο εκατονταετής, αυτός που είναι κατασκευασμένος ή υπάρχει από εκατό χρόνια 2. ο πολύ παλιός 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατόχρονα η εκατονταετηρίδα («τα εκατόχρονα τού Σολωμού») …   Dictionary of Greek

  • ραντισμός — Τελετουργική πράξη της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στα προχριστιανικά θρησκεύματα. Πρόκειται για ρ. με αγιασμένο νερό, που αποβλέπει στην κάθαρση ή ευλογία προσώπων, οικημάτων, σκευών, πλοίων κλπ. Στην Ελλάδα ο ρ. του είδους γίνεται με ραντιστήρι… …   Dictionary of Greek

  • φιλοτελισμός — Είναι η συλλογή γραμματοσήμων και άλλων ταχυδρομικών ενσήμων είτε για ευχαρίστηση είτε για κέρδος. Ο φ. γεννήθηκε σχεδόν αμέσως –μετά την εμφάνιση των πρώτων γραμματοσήμων– ως συλλεκτική μανία ή ως μόδα, γρήγορα όμως προσέλαβε και οικονομική… …   Dictionary of Greek

  • Βαρντά, Ανιές — (Agnés Varda, Βρυξέλλες 1928 –). Γαλλίδα σκηνοθέτης του κινηματογράφου, ελληνικής καταγωγής. Θεωρείται η γιαγιά του νέου κύματος στον γαλλικό κινηματογράφο. Η Β. σπούδασε φωτογραφία και εικαστικές τέχνες. Η πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, La… …   Dictionary of Greek

  • Γουατεμάλα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γουατεμάλας Έκταση: 108.890 τ.χλμ Πληθυσμός: 11.986.558 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Γουατεμάλα (1.090.310 κάτ. το 2002)Κράτος της Κεντρικής Αμερικής. Συνορεύει Β και ΒΔ με το Μεξικό, Α με την Μπελίζ και την Ονδούρα,… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.